MAY 26

A nihilist wouldn’t worry about flower thieves.
Who would rob me of their beauty? No one.

No one lives In The Pines, and writes.

I need to copy the structure of certain plant leaves. I need liquidity.

organic plant protection
ces jardins-là
The Hist______
After DesiGN__
the modern garden
TIQUE Le Jardin Romantique
After the Garden?
ne devraient pas
être jugés sur leur forme

Derek Jarman’s________
en mouvement
le jardin en mouvement
The Hist______
The International Book of Trees
Le Jardin Romantique
j a r J a r G a r t e c
mais sur leur aptitude à traduire
un certain bonheur d’ exister.

When a nihilist, I accidentally kill flowers. Those accidents are the city assembled, the title of a coffee-table book, root rot memory, one week after surgery.

“Every day a sharp tool, a powerful destroyer, is necessary to cut away dullness, lobotomy, buzzing, belief in human beings, stagnancy, images, and accumulation. As soon as we stop believing in human beings, rather know we are dog and trees, we’ll start to be happy” -Kathy Acker, Blood And Guts In High School.

No one will rob me of my plants.

Plants have no friends, only ancestors. And they make phrases out of nothing, out of ready-mades, out of algorithms, out of diseases, out of capital, out of vulnerability, out of guilt and necessity and jouissance. They are elemental, WorshippedAsGoddessesBy, they are aware of the present.

In The Pines by Alice Notley.
“ces jardins-là ne devraient pas être jugés sur leur forme mais sur leur aptitude à traduire
un certain bonheur d’ exister”, Gilles Clément, le jardin en mouvement.
Virginia Wolf, A room of one’s own.

26 ΜΑΪΟΥ 2019

Ο νιχιλιστής δεν θα ανησυχούσε για τους κλέφτες λουλουδιών.
Ποιός θα μου στερούσε την ομορφιά τους; Κανένα άτομο.

Αυτό το κανένα άτομο ζει In The Pines και γράφει.

Έχω την ανάγκη να αντιγράψω τη δομή που έχουν τα φύλλα ορισμένων φυτών. Έχω την ανάγκη ρευστότητας.

οργανική προστασία των φυτών
ces jardins-là
Η Ιστο___

Μετά ΣχεδιαΣΜΟΣ______
ο μοντέρνος κήπος
ΤΙΚΟΣ Ο Ρομαντικός Κήπος
Μετά τον Κήπο;
ne devraient pas
être jugés sur leur forme
__________του Derek Jarman
σε κίνηση
ο κήπος σε κίνηση
Η Ιστο______
Το Διεθνές Βιβλίο των Δέντρων
Ο Ρομαντικός Κήπος
κ ή π Κ ή π J a r σ τ α
mais sur leur aptitude à traduire
un certain bonheur d’ exister.

Όταν είμαι νιχιλίστρια, σκοτώνω κατά λάθος λουλούδια. Αυτά τα ατυχήματα είναι η πόλη συγκεντρωμένη, ο τίτλος ενός επιτραπέζιου βιβλίου, μνήμη σαπισμένης ρίζας, μία εβδομάδα μετά την εγχείρηση.

« Ένα αιχμηρό εργαλείο, ένας ισχυρός καταστροφέας χρειάζονται καθημερινά για ν’ αποκλειστούν η ανία, η λοβοτομή, η φασαρία, η πίστη στο ανθρώπινο ον, η στασιμότητα, οι εικόνες και η συσσώρευση. Μόλις σταματήσουμε να πιστεύουμε στα ανθρώπινα όντα, γνωρίζοντας πως είμαστε σκύλοι και δέντρα, θ’ αρχίσουμε να νιώθουμε ευτυχία» – Kathy Acker, Blood And Guts In High School.

Κανένας δεν θα κλέψει τα φυτά μου.

Τα φυτά δεν έχουν φίλους, μόνο προγόνους. Και φτιάχνουν φράσεις από το τίποτα, από έτοιμο υλικό, από αλγόριθμους, από αρρώστιες, από το κεφάλαιο, από την ευαλωτότητα, από ενοχή και ανάγκη και ηδονή. Είναι στοιχειώδη, ΛατρεύτηκανΣανΘεέςΑπό, έχουν επίγνωση του τώρα.

In The Pines by Alice Notley
Virginia Wolf, A room of one’s own.
«αυτοί οι κήποι δεν θα έπρεπε να κριθούν από την φόρμα τους αλλά την ικανότητά τους να μεταφράσουν μια κάποια ευτυχία του να υπάρχεις», Gilles Clément, le jardin en mouvement.

MAY 20/21, 2019

I won’t appropriate that title no matter how wonderful it is. On her digital notebook, the poet who writes of wonders suggests we should contact her agent for writerly things.

Writing, as commission, becomes request.

I’ve written down, typed, cut and pasted so many times the title “Realities and the Rituals of the Upside Down” that I turned it, without realising it, into a mantra. This mantra, often refers to rituals I haven’t done yet, to the upside-down, the reverse, realities that are emerging one by one from a line. They demand to be recognised in human form. Flaura and fauna demand other kind of codes. I drool over plants.

May 20, 2019: “What, precisely, is your procedure?”

What, precisely, is my procedure?

Chimeric wealth and chimeric flight.

Ninety years later I defend her writing:

What effect has poverty on the mind?
What effect has wealth on the mind?
What effect has poverty on fiction?

The procedure lies in instability and the unknown.

I am that suspicious logging, and the company that wants to secure my account from any suspicious logging
forces me to return to my place in order to be recognised.

In the 13the century, Eufemie bears a girl, and decides with her husband to raise him as a boy, so that he will be able to inherit them. They call him Silence. In a gender split, Scilensci-us will be prefer later to live as Scilenci-a.

One windy day I dreamt of women’s heads that were detached from their trunks in order to take the names of streets.

May 18, 2019 | slogan:

Dreams of Scilensci-us (aka as Malduit) who walked away with minstrels to find generic tools, topic bubbles, the counter-genealogy of words.

The procedure is historical, and what we mean by Experimental Writing is also activism, and tattoo, and/or Jenny Holzer’s piece that inscribes tales of human cruelty.

‘Lustmord’ is a german word that describes a sexual murder, often connected with rape. Jenny Holzer’s piece Lustmord (1993-94) was created in response to war crimes that took place in Bosnia.

I’ve written down, typed, cut and pasted so many times the titles “A Thing Like You and Me” and “Feministic” to the point I can no longer distinguish the indifference for all feminist things from an anaesthetic. Anaesthetic is also what says: “I’ll give you nothing.”

A procedure based on property and privilege.

Request, as invocation, becomes slogan.

Virginia Woolf, A room of one’s own.
Le Roman de Silence, 13th century novel.
Caroline Bergvall’s talk “What Do We Mean by Performance Writing?” (1996).
A Thing Like You and Me


Δεν θα οικειοποιηθώ αυτόν τον τίτλο όσο θαυμαστός κι αν είναι. Στο ψηφιακό της σημειωματάριο, η ποιήτρια που γράφει για θαυμαστά πράγματα μας παραπέμπει να επικοινωνήσουμε για κάθε συγγραφικό ζήτημα με την πράκτορά της.

Η γραφή, ως ανάθεση, γίνεται αίτημα.

Έχω σημειώσει, πληκτρολογήσει, κόψει και αντιγράψει τόσες πολλές φορές τον τίτλο Realities and the Rituals of the Upside Down ώστε τον μετέτρεψα ασυνείδητα σε μάντρα. Αυτό το μάντρα, συχνά-πυκνά, παραπέμπει σε τελετουργικά που ακόμα δεν έχω κάνει, όπως και στο πάνω-κάτω, στο αντίστροφο, τις πραγματικότητες που μία-μία ξεπροβάλλουν από τη σειρά τους. Απαιτούν να αναγνωριστούν σε ανθρώπινη μορφή. Η χλωρίδα και πανίδα απαιτούν άλλους κωδικούς. Μπροστά στα φυτά εκκρίνω σάλιο.

20 Μαΐου 2019 |«Ποιά είναι, ακριβώς, η διαδικασία σου;»


Ποιά είναι, ακριβώς, η διαδικασία μου;

Χιμαιρικός πλούτος και χιμαιρική πτήση.

Ενενήντα χρόνια μετά υπερασπίζομαι το γράψιμό της:

Τι αντίκτυπο έχει στο μυαλό η φτώχεια;
Τι αντίκτυπο έχει ο πλούτος στο μυαλό;
Τι αντίκτυπο έχει η φτώχεια στη μυθοπλασία;

Μια διαδικασία βασισμένη στην αστάθεια και το άγνωστο.

Η Ύποπτη Σύνδεση είμαι εγώ και η εταιρεία που θέλει να διασφαλίσει τον λογαριασμό μου από τις ύποπτες συνδέσεις με υποχρεώνει να επιστρέψω στη βάση μου για να αναγνωριστώ.

Τον 13ο αιώνα, όταν η Ευφημία γεννά κορίτσι αποφασίζει με τον σύζυγό της να το αναθρέψουν σαν αγόρι ώστε να μπορέσει να τους κληρονομήσει. Παίρνει το όνομα Silence. Σε μια διάσπαση των φύλων, ο Scilensci-us θα προτιμήσει να ζήσει μεγαλώνοντας ως Scilenci-a.

Μια μέρα που φυσάει με μανία ονειρεύομαι κεφάλια γυναικών ν’ αποκόβονται από τους κορμούς τους για να καταλάβουν τα ονόματα των δρόμων.

18 Μαΐου 2019, σύνθημα:

Όνειρα με τον Scilensci-us (γνωστό ως Malduit) που το ‘σκασε με τους περιπλανώμενους καλλιτέχνες για να βρει γενικευτικά εργαλεία, κατηγορίες θεμάτων, την αντι-γενεαλογία των λέξεων.

Η διαδικασία είναι ιστορική και αυτό που εννοούμε λέγοντας Επιτελεστική Γραφή είναι επίσης ακτιβισμός και δερματοστιξία ή/και το έργο της Jenny Holzer που βασίζεται σε ιστορίες ανθρώπινης σκληρότητας.

«Lustmord» είναι μια γερμανική λέξη που αναφέρεται στη σεξουαλική δολοφονία η οποία συχνά συνδέεται με τον βιασμό. Το έργο της Jenny Holzer Lustmord (1993-94) δημιουργήθηκε ως ανταπόκριση στα εγκλήματα πολέμου που έγιναν στην Βοσνία.

Έχω σημειώσει, πληκτρολογήσει, κόψει και αντιγράψει τόσες πολλές φορές τους τίτλους «A Thing Like You and Me» και «Feministic» ώστε να μην διακρίνω πια την αδιαφορία για οτιδήποτε φεμινιστικό από το αναισθητικό. Αναισθητικό είναι επίσης αυτό που λέει: «Δεν θα σου δώσω τίποτα».

Μια διαδικασία βασισμένη στην ιδιοκτησία και τα προνόμια.

Το αίτημα, ως επίκληση, γίνεται σύνθημα.


Bιρτζίνια Γουλφ, A room of one’s own. // Le Roman de Silence, μυθιστόρημα του 13ου αιώνα.
Caroline Bergvall «Τι εννοούμε λέγοντας Επιτελεστική Γραφή», (1996).
A Thing Like You and Me


Excerpt from Soy Sea, my experimental novella published in Athens by Futura (2008):


The next day. The same route. The van stops further away than it stopped yesterday.
I take the bag, tie the microphone with a tape on my leg and run. To the mud, to the damp soil, to the mud. I run. Among marked trunks. Over a torrent.
I’m at No. 3024, Cut Trees.
I’m at No. 535, Misty Clearing.
I run and I run. To the needles, to the bumps, to the needles.
In circles. Heavily. The first drops fall.
I run. Slowly. With big steps.
The rain turns sideways and falls heavily on the spruces. In the middle of the storm I take off all of my clothes and lie down on the soil, and maybe the water will carry us down to the lake, and if the winter is heavy I will freeze with it, and if I’m near the shore I will break from the stones thrown by passers-by, and then maybe I will emerge to the surface like the dark brown colour of the soil under the ice and nobody will be able to tell us apart. I get up and open my arms to see if they look like branches. My legs are getting rooted, peel off slowly from time. Will I become a spruce?I’m the golden spruce that lives on foggy islands. I’m the spruce that turned golden because it lost 80% of its chlorophyll. I’m the spruce- sight. I’m the murderer who books a room at The Golden Spruce Hotel. I am the trunk that the murderer wounds fatally every night with a chainsaw. I am the golden spruce that stays in place for two or three days and then falls down in the first windstorm. I’m at the golden spruce’s funeral. I’m the golden spruce that comes back to the murderer’s mind. I’m the crime in the forest.
Upon my return, the van is still there.

Translation by Chrysa Bampouri.

Απόσπασμα από την πειραματική/ηχητική κατά πολύ νουβέλα μου «Μια θάλασσα από σόγια», Futura, 2008.


Tην επόμενη μέρα. H ίδια διαδρομή. Tο βαν σταματάει πιο μακριά από εκεί που σταμάτησε χθες.
Παίρνω το σακίδιο, δένω το μικρόφωνο με ταινία στο πόδι και τρέχω. Στις λάσπες, στο νωπό χώμα, στις λάσπες. Τρέχω. Ανάμεσα από σημαδεμένους κορμούς. Πάνω από έναν χείμαρρο.
Eίμαι στο Nο 3024, Κομμένα Δέντρα.
Eίμαι στο Nο 535, Ξέφωτο με Καταχνιά.
Τρέχω και τρέχω. Στις βελόνες, στις λακούβες, στις βελόνες. Σε κύκλους. Βαριά. Οι πρώτες ψιχάλες πέφτουν.
Τρέχω. Αργά. Με μεγάλα βήματα.
H βροχή γυρίζει στα πλάγια, χτυπάει με όλη της τη δύναμη τα έλατα. Στη μέση της καταιγίδας βγάζω τα ρούχα μου και ξαπλώνω στο χώμα, κι ίσως μας παρασύρει το νερό στη λίμνη, κι αν έρθει βαρύς χειμώνας θα παγώσω μαζί της, κι αν βρεθώ κοντά στην όχθη θα σπάσω από τις πέτρες που θα ρίξουν οι περαστικοί, και τότε ίσως έρθω στην επιφάνεια σαν σκούρο καφέ του χώματος κάτω από τον πάγο και δεν θα μας ξεχωρίζει κανείς. Σηκώνομαι κι ανοίγω τα χέρια μου για να δω αν μοιάζουν με κλαδιά. Τα πόδια μου στεριώνουν, ξεφλουδίζουν αργά από τον χρόνο. Θα γίνω έλατο;
Είμαι το χρυσό έλατο που ζει στα νησιά με την ομίχλη. Είμαι το έλατο που έγινε χρυσό, γιατί έχασε το 80% της χλωροφύλλης του. Είμαι το έλατο-αξιοθέατο. Είμαι ο δολοφόνος που κλείνει δωμάτιο στο ξενοδοχείο Το Χρυσό Έλατο. Είμαι ο κορμός που ο δολοφόνος πληγώνει θανάσιμα το βράδυ με ένα αλυσοπρίονο. Είμαι το χρυσό έλατο που μένει στη θέση του για δυο-τρεις μέρες και πέφτει κάτω στην πρώτη ανεμοθύελλα. Είμαι στην κηδεία του χρυσού έλατου. Είμαι το χρυσό έλατο που επανέρχεται στο μυαλό του δολοφόνου. Είμαι το έγκλημα στο δάσος.
Στην επιστροφή το βαν είναι ακόμα εκεί.

DI | Will I be on time for it?

Excerpt from Soy Sea, my experimental novella published in Athens by Futura (2008):

At 17:10, landing on the left. At 17:42, take-off on the right. At 18:13, an airplane approaches from the west. At 18:20, an airplane lowers on my right, in the centre of the island, at the far end. At 18:25, the same airplane turns and heads for the port. So it is going to land in a few minutes. Will I be on time for it?
I come out on the cement breakwater between the runway and the sea. After the red “self-service” signs, some wide steps and a few boats. It’s not here yet. I’m not late. I sit more or less in the middle, along the lights. Next to me, two children with two adults. Not a lot of people are here. I pull my legs close to me to let a motorbike go past. A light goes on and off, turns just above the sea, is lost for a few minutes behind the hill with the big hotels and the country homes that hide in the lush vegetation, and a kid points at it, shouting “it turns without moving”. It’s not far now. Soon, it lines up along the approach lights. The more I look at it, the bigger its floodlights seem to become. “Look how strong its light is!” The buzzing grows louder, “that noise can make your eardrums burst”, the waves can still be heard, but soon all sounds die out as the plane passes just a few meters over the breakwater. You can’t see the whole plane from so near the ground. The noise pierces through me, “I don’t know what gets into me whenever I hear this noise, I love it”, I turn ecstatically and the wheels screech as they touch the runway. I can’t take my eyes off it. “Will we come again?” someone asks next to me. Four beacons and a little grass later, the runway starts to turn gray. The canes rustle, the waves grow darker and darker, small bubble gums burst one by one. After two landings and a take-off, I leave.

Translation by Chrysa Bampouri.

Απόσπασμα από την πειραματική/ηχητική κατά πολύ νουβέλα μου «Μια θάλασσα από σόγια», Futura, 2008.

Στις 17:10, προσγείωση από αριστερά. Στις 17:42, απογείωση από δεξιά. Στις 18:13, ένα αεροπλάνο πλησιάζει από τα δυτικά. Στις 18:20, ένα αεροπλάνο χαμηλώνει δεξιά μου, στο κέντρο του νησιού, στο βάθος. Στις 18:25, το ίδιο αεροπλάνο στρίβει και κατευθύνεται στο λιμάνι. Άρα θα προσγειωθεί σε λίγα λεπτά. Το προλαβαίνω;
Βγαίνω στον τσιμεντένιο κυματοθραύστη ανάμεσα στον διάδρομο και στη θάλασσα. Mετά την κόκκινη επιγραφή «self service», φαρδιά σκαλοπάτια και λίγες βάρκες. Δεν φαίνεται ακόμα. Δεν άργησα. Κάθομαι στη μέση περίπου, στην ίδια ευθεία με τα φώτα. Δίπλα μου είναι δύο παιδιά με δύο μεγάλους. Δεν έχει μαζευτεί κόσμος. Μαζεύω τα πόδια για να περάσει ένα μηχανάκι. Ένα φως αναβοσβήνει, στρίβει χαμηλά πάνω από τη θάλασσα, χάνεται για μερικά λεπτά πίσω από τον λόφο με τα μεγάλα ξενοδοχεία και τα εξοχικά που κρύβονται μέσα στην πυκνή βλάστηση, κι ένα παιδί το δείχνει φωνάζοντας «κάνει στροφή χωρίς να κουνηθεί». Δεν απέχει πολύ. Σε λίγο μπαίνει στην ίδια ευθεία με τα φώτα προσέγγισης. Όσο το κοιτάζω, οι προβολείς του μεγεθύνονται. «Kοίτα πόσο μεγάλο είναι το φως του!» Tο βουητό αυξάνεται συνέχεια, «κάνει θόρυβο να σπάσουν τα τύμπανά σου!», τα κύματα ακούγονται ακόμα, αλλά σε λίγο όλοι οι ήχοι σαρώνονται καθώς περνάει ελάχιστα μέτρα πάνω από τον κυματοθραύστη. Tόσο κοντά στο έδαφος δεν φαίνεται ολόκληρο. Ο πάταγος με διαπερνά, «κάτι παθαίνω όταν ακούω αυτό το θόρυβο, μ’ αρέσει πολύ», γυρίζω εκστατικά και οι τροχοί ακουμπάνε στο διάδρομο στριγκλίζοντας. Δεν το αφήνω από τα μάτια μου. «Θα ξανάρθουμε;», από δίπλα. Tέσσερις σηματοδότες και λίγο γρασίδι μετά, ο διάδρομος αρχίζει να γκριζάρει. Tα καλάμια θροΐζουν, τα κύματα μαυρίζουν, μικρές τσιχλόφουσκες σκάνε η μία μετά την άλλη. Δύο προσγειώσεις και μία απογείωση μετά, φεύγω.



«Γυναικοκτονία» ήταν η λέξη του Ιανουαρίου όπως ήταν η λέξη του τελευταίου μήνα ή της προηγούμενης χρονιάς και πολλών δεκαετιών πριν.

Αν το 2019 δεν είναι η χρονιά των φεμινισμών, η πιο φεμινιστική χρονιά των τελευταίων δεκαετιών, πιο φεμινιστική από τον τελευταίο μήνα ή την προηγούμενη χρονιά και πολλές δεκαετίες πριν, θα είναι μια καθυστέρηση και ένα ατόπημα.

Ω διεκδικώ, και … Ω αυτή δεν είναι η στιγμή να διεκδικήσω όπως θα διεκδικήσεις όπως διεκδίκησαν όλες όσες ήταν έμπρακτα φεμινίστριες στην πατριαρχική «μας» χώρα;

Και το πρώτο όνειρο της χρονιάς μου διηγούταν τις φεμινιστικές πρακτικές που θα πραγματοποιηθούν όχι μόνο στην Αθηναϊκή Ζώνη αλλά και πιο πέρα, στις φωλιές του μισογυνισμού που κρύβουν τα προάστιά της και η επαρχία, διαρρηγνύοντας τη «Γενική Κρίση» και συγκατάβαση και λήθη.

Δεν ήταν πάντα η ώρα να χάσει η πατριαρχία τις πατρίδες της
ώστε οι πατέρες να μείνουν χωρίς αξίες κι εμείς χωρίς επιθήματα;
Ανάμεσα στην κόρη του Άτλαντα και την Ατλαντ-ίδα προτιμώ την Γαία.

Kαι πόσο γέλαγαν Ω! πόσο γέλαγαν Και πόσο καλά ξέρουμε να ονομάζουμε αυτό που δεν μας έχει δωθεί. Και πόσο καλά το ιστορικό μας σώμα φέρει το ίδιο αίμα όπως και άλλο αίμα
και Καταπράσινο και Σμαραγδί,
οπότε η αξία μας δεν είναι ανταλλακτική αξία,
γιατί μια αξία μπορεί να γκρεμιστεί στον κάτω κόσμο πολύ εύκολα,
χωρίς κανείς να το πολυσκεφτεί, χωρίς κανείς να μπορεί
να αποτρέψει αυτή τη καταστρεπτική μανία
που τον ωθεί (την σέρνει) να δει με τα μάτια του
το αίμα που δεν πίστευε πως υπήρχε μέσα της,
κάτω από τα μαλλιά της και κάτω από την ανυπακοή της,
κάτω από την ικανοποίησή της και κάτω από τα ενδύματά της,
οπότε το ιστορικό της σώμα γίνεται κτήμα όλων, ενώ είναι κτήμα της συνείδησής της,
η πραγματική κληρονομιά της.

Αυτή θα μπορούσε να είναι μια σύντμηση της «Ιστορίας των γυναικών στην Ευρώπη μεταξύ 1500-1800», αν δεν αναφερόμουν στο 2018 και το 2019 όπως καταπάτησαν την ιστορική μας μνήμη.

στην σκληρή πολιτική της μήτρας,
στην σκληρή πολιτική
των κάθετων οικοδομημάτων
και των κάθετων τιμωριών
και των κάθετων γεννήσεων
ενός παρόντος και ενός μέλλοντος
που εμποδίζουν τις θηλυκότητες
να δημιουργήσουν
και να δημιουργηθούν.

Αυτό επίσης ονομάζεται «ορισμένα δικαιώματα», «περιορισμένα δικαιώματα», ελλειπή.
Αυτό επίσης ονομάζεται ΖΩΗ ΜΑΡΙΑ ΕΛΕΝΗ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΑΝΤΑ.

ο μόνος τρόπος να προστατευθείς από
      αυτή την τετριμμένη ιστορία, αυτές τις κοινότοπες
καπιταλιστικές χειρονομίες είναι η διαστρωμάτωση της αφήγησης
      ενώ κατέρχεσαι ανάμεσα στα νεφελώδη στρώματα
που καλύπτουν την Ορλάντο, ροζ και εξοργισμένα.

» – Sandra Simonds, Orlando.

Το σώμα τους ανοίγει όπως τα σύννεφα ανοίγουν όπως οι αιώνες ανοίγουν όταν το τέλος διανέμεται προγραμματισμένο να κερδίσει.

Τώρα έχω τη συνείδηση Νεκρής Γλώσσας.
Η Νεκρή Γλώσσα είναι μια πολιτική ονομάτων.




» – Monique Wittig, Les Guérillères.

Το ιστορικό σώμα της γυναικοκτονίας είναι ένας λάκκος που (ακόμα δεν) έχει βρεθεί.

Οι λάκκοι που περιέχουν τρίχες, εμμηνόρροια, πηχτό αίμα και κατακόκκινα χείλη, λαχανί σκιές στα βλέφαρα και εξάψεις ανοίχθηκαν από εκείνους που Λογοπλοκούν, Λογοκοπούν, Λογοκρίνουν και Λογοδικάζουν, αλλά οι εξάψεις, οι λαχανί σκιές στα βλέφαρα, τα κατακόκκινα χείλη και το πηχτό αίμα, η εμμηνόρροια και οι τρίχες γίνονται λίπασμα της γλώσσας.


Τώρα, ο Λόγος κατακερματίζεται και παραποιείται, συρρικνώνεται και παραγκωνίζεται.
Τώρα, η Γλώσσα απαλλάσσεται από τις καταβολές μου, τις αρρυθμίες μου, τις αποτυχίες και τους εφιάλτες.


Τώρα Λέω αυτή την Ιστορία με τον Τρόπο που την Λέω

» – Kathy Acker.

Και γράφουν κείμενα που δεν υπολογίζονται για κείμενα.
Και γράφουν κείμενα που δεν φαίνονται να γνωρίζουν λέξη.

O τίτλος αναφέρεται στο Γέλιο της Μέδουσας//Le rire de la Méduse της Hélène Cixous.



Μετάφραση: Δήμητρα Ιωάννου

Η πόλη των κοριτσιών δεν υπάρχει. Τα κορίτσια γεννιούνται σ’ έναν αδιευκρίνιστο μη τόπο, ο οποίος ανήκει στους άντρες· δεν έχει παρά ελάχιστη σημασία το πού και το πώς· πεθαίνουν εκεί στο τίποτα όπως πεθαίνουν οπουδήποτε υπάρχουν άντρες· δεν έχει καμία σημασία το πού και το πώς. Ποτέ δεν είχαν μια πόλη δική τους· τα κορίτσια δεν έχουν ερείπια· δεν έχουν ιστορίες να ξεχάσουν· δεν έχουν να ξεμάθουν τις λέξεις μιας γλώσσας· στα χείλη τους δεν υπάρχει ο απόηχος ρητοριών·

τα κορίτσια δεν έχουν επίσημα αρχεία να κάψουν: δεν βρίσκονται σε κανέναν τόπο εκτός τον μηδαμινό τόπο στον κάθε τόπο των αντρών.

Η πόλη των γυναικών είναι μια πόλη κενή, από την άποψη ότι δεν υπάρχει, και το σπίτι είναι μια πόλη που έχει γονατίσει.

Τα κορίτσια στρέφονται στην πόλη μ’ ένα βλέμμα ηδυπάθειας· το οποίο εκφράζει τα όνειρά της ν’ ανακαταλάβει τον ίδιο της τον εαυτό. Αυτό οι άντρες το ξέρουν καλά· όταν συναντιούνται τα βλέμματά τους ο άντρας καταλαβαίνει το κορίτσι πικρόχολα, πάντα στην άμυνα, «Τα κορίτσια θα ήθελαν μια πόλη δική τους». Αλήθεια είναι, γιατί δεν υπάρχει κορίτσι που να μην ονειρεύεται έστω και μία φορά ότι περπατάει στον δρόμο ελεύθερα.

Ο κόσμος είναι διχοτομημένος. Η διαχωριστική γραμμή, τα σύνορα, παραβιάζονται βίαια. Εκείνοι που περνούν από τη μία πλευρά στην άλλη εκπροσωπεύοντας τους υπόλοιπους άντρες είναι οι βίαιοι άντρες· αντί για εκείνους μιλούν στα κορίτσια με τη γλώσσα της επιβολής. Εκείνοι είναι που εισάγουν τον μη τόπο στο μυαλό όσων δεν είναι άντρες.

Η πόλη των αντρών είναι κατασκευαστικά ισχυρή, φτιαγμένη από ιδιοκτησία και επιβολή και γυναίκες. Είναι ένα μέρος φωτισμένο με λαμπρότητα· καταπίνει τ’ απομεινάρια των κοριτσίστικων και γυναικείων σωμάτων και ωρών, των αφανών, των άγνωστων και ανυπόληπτων. Το σπίτι των αντρών είναι ένα χαλαρό σπίτι. Το σπίτι των αντρών είναι μια πόλη με άντρες και ανθρώπους που δεν είναι άντρες και κάνουν γι’ αυτούς πράγματα και δεν έχουν ποτέ μια πόλη που να την αποκαλούν δική μας.


Η Anne Boyer είναι ποιήτρια και δοκιμιογράφος. Το ποίημα/δοκίμιο The Girls’ City δημοσιεύθηκε στο βιβλίο «Toward. Some. Air.», Banff Centre Press, 2015. Περισσότερα στοιχεία για την Anne Boyer θα βρείτε εδώ: